Βασίλης Ζαχάρωφ
Με ατελείωτες γνωριμίες και διασυνδέσεις, κινούνταν μεταξύ διαφθοράς, προπαγάνδας, ευεργεσιών και χρηματισμού, χρησιμοποιώντας ένα ευρύ δίκτυο πληροφοριών, το οποίο είχε στήσει. Εργάστηκε σε κατάστημα υφασμάτων ενός θείου του, ο οποίος αργότερα τον κατηγόρησε για κατάχρηση.Εργάστηκε επίσης ως μετατροπέας νομισμάτων. Χάρη στην προσωπική του γνωριμία με τον Πρίγκηπα Λουδοβίκο Β΄ του Μονακό, αγόρασε το υπό πτώχευση καζίνο της χώρας και κατάφερε να το κάνει πάλι κερδοφόρο. Πέθανε στο Μόντε Κάρλο το 1936. Η προσωπική του ζωή δεν είναι ευρέως γνωστή.
Το 1877 ορίστηκε αντιπρόσωπος της ομώνυμης εταιρείας στα Βαλκάνια. Η χρονική συγκυρία ήταν ιδανική για πωλήσεις όπλων, μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878. Η τακτική πωλήσεων που ακολουθούσε ήταν εξαιρετικά έξυπνη.
Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, ο πόλεμος Ιαπωνίας - Κίνας και οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι στην Αφρική ήταν ευκαιρίες, τις οποίες ο Ζαχάρωφ εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο και οι οποίες του επέφεραν τεράστια κέρδη, αλλά και γνωριμίες σε διπλωματικούς και στρατιωτικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπως και νωρίτερα στους Βαλκανικούς Πολέμους, υποστήριξε την Ελλάδα με δάνεια, δωρεάν πολεμικό υλικό, αλλά και αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να χορηγεί στην Ελλάδα 2,5 εκατομμύρια δολλάρια για όσο διάστημα παρέμενε στον πόλεμο.
Κατόπιν πήγε στην Αθήνα, όπου γνωρίστηκε και έγινε φίλος με τον επιχειρηματία και διπλωμάτη Στέφανο Σκουλούδη. Παρά ταύτα, η Γαλλία του απένειμε το παράσημο του ανώτερου ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής και η Μεγάλη Βρετανία τον έχρισε ιππότη του Μεγαλόσταυρου του Τάγματος του Μπαθ (γι αυτό και αποκαλούνταν Sir Basil). Οι ευεργεσίες του περιλάμβαναν: .
Πούλησε στην Ελλάδα υποβρύχιο Nordenfelt, παρουσίασε κατόπιν την αγορά αυτή στην Τουρκία ως απειλή και τις πούλησε δύο. Αναμείχθηκε επίσης με τη βιομηχανία πετρελαίου, αλλά και με τα ναυπηγεία και τα καζίνα.
Ο Βασίλης Ζαχάρωφ ή Βασίλειος Ζαχαρίας (Sir Basil Zaharoff) ήταν Έλληνας επιχειρηματίας, πολυεκατομμυριούχος των αρχών του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε το 1849 στη Μούγλα της Τουρκίας από Έλληνες γονείς. Την παντρεύτηκε όταν αυτός πέθανε, αλλά μετά από 18 μήνες πέθανε και αυτή. Γενικά δεν είχε φίλους και λέγεται ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε εντελώς μόνος. Γενικά ο Ζαχάρωφ θεωρείται ομιχλώδης προσωπικότητα και πολλές πτυχές της μας είναι άγνωστες.
Οι Times του Λονδίνου υπολογίζουν τη συνεισφορά του προς τους συμμάχους σε 50 εκατομμύρια στερλίνες, κανείς δεν μπορεί όμως να υπολογίσει τα κέρδη που αποκόμισε από τον πόλεμο αυτό. Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ζαχάρωφ λέγεται ότι υποστήριξε το Βενιζέλο στη Μικρασιατική εκστρατεία. Εικάζεται ότι είχε παντρευτεί μια αγγλίδα (έτσι απέκτησε αγγλικό διαβατήριο), την οποία εγκατέλειψε και συνήψε μακροχρόνιο δεσμό με τη δούκισσα Ντε Βιλλαφράνκα, σύζυγο του φρενοβλαβούς Φρανθίσκο ντε Μπορμπόν, μέλους της βασιλικής οικογενείας των Βουρβώνων της Ισπανίας.
Μέσω αυτού γνωρίστηκε με τον σουηδό σχεδιαστή όπλων Thorsten Nordenfelt. Απευθύνθηκε, τέλος στη Ρωσία και, δημιουργώντας την εντύπωση θαλάσσιου υπερεξοπλισμού νότια της Μαύρης Θάλασσας, πούλησε και σε αυτήν άλλα δύο. Στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ζαχάρωφ κατείχε ήδη εφημερίδα (Excelsior), Τράπεζα (Union Parisienne), αλλά και πρακτορείο τύπου στην Ελλάδα.
Μετά τη συγχώνευση των εταιριών Nordenfelt και Maxim, ο Ζαχάρωφ δούλευε πλέον με ποσοστά επί των πωλήσεων. Οι τέσσερις υπηκοότητές του (οθωμανική, ελληνική, αγγλική, γαλλική) του έδιναν μεγάλη ελευθερία κινήσεων. Αποκαλούνταν «έμπορος του θανάτου» και «μυστήριο της Ευρώπης» και το όνομά του προκαλούσε δέος.
Μέσω αυτού προπαγάνδισε στο έπακρο την έξοδο της Ελλάδας από την ουδετερότητα και την είσοδό της στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων. Το επώνυμο Ζαχαρίας έγινε Ζαχάρωφ όταν η οικογένειά του κατέφυγε στη Ρωσία για να γλιτώσει από τις διώξεις των Ελλήνων της Πόλης, που ξεκίνησαν με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821.
Το 1855 η οικογένειά του μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη και εγκαταστάθηκε στα Ταταύλα.